Ένα Μουσείο γεννιέται
Το Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο (ΕΠΛ) Νέας Ιωνίας Μαγνησίας λειτούργησε για πρώτη φορά το σχολικό έτος 1984–1985 (ΦΕΚ τ. Α’ 167/30-9-1985), ενώ το σχολικό έτος 1998–1999 καταργήθηκε ο θεσμός των ΕΠΛ (ΦΕΚ τ. Α’ 188/23-9-1997).
Τα ΕΠΛ αποτέλεσαν μία από τις πιο τολμηρές και ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στην ιστορία της ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς μέσω αυτών επιχειρήθηκε να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της θεωρητικής γνώσης του Γενικού Λυκείου και της τεχνικής–επαγγελματικής εκπαίδευσης. Αγαπήθηκαν, πολεμήθηκαν και βρέθηκαν στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων, αποκτώντας τόσο ένθερμους υποστηρικτές όσο και επικριτές.
Σκοπός, ωστόσο, αυτού του σημειώματος δεν είναι η παρουσίαση μίας ακόμη ανάλυσης γύρω από τον θεσμό, αλλά ο σχολιασμός ενός από τα σημαντικότερα ζητήματα για τα οποία τα ΕΠΛ δέχθηκαν έντονη κριτική: το υψηλό λειτουργικό κόστος. Τα ΕΠΛ απαιτούσαν εξειδικευμένο εξοπλισμό και σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις, οι οποίες ήταν δύσκολο να επεκταθούν σε όλη τη χώρα.
Και πράγματι, οι εγκαταστάσεις, η υλικοτεχνική υποδομή και ο εργαστηριακός εξοπλισμός των ΕΠΛ, τόσο σε επίπεδο ποσότητας όσο και ποιότητας, αποτέλεσαν κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά εκπαιδευτικά δεδομένα — και πιθανότατα ανεπανάληπτο.
Ποια είναι όμως η σχέση όλων αυτών με το Μουσείο;
Η απάντηση είναι: Άμεση! Σημαντικό μέρος αυτού του εξοπλισμού εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο, ενώ ένα εξίσου σημαντικό τμήμα του παραμένει λειτουργικό, αποτελώντας τη πολύτιμη υλικοτεχνική κληρονομιά που το ΕΠΛ άφησε στους διαδόχους του (ΤΕΕ, ΕΠΑΛ κ.ά.).
Ας επιστρέψουμε, όμως, λίγο πίσω στον χρόνο.
Η ιδέα για τη δημιουργία ενός Μουσείου Εκπαίδευσης και Τεχνολογίας γεννήθηκε το 1999, τη χρονιά που τοποθετήθηκα ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός στο 2ο ΤΕΕ Νέας Ιωνίας, στο συγκρότημα του πρώην Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου.
Ήταν οι πρώτες ημέρες της σχολικής χρονιάς όταν, μαζί με τον τότε διευθυντή του 1ου Σχολικού Εργαστηριακού Κέντρου (ΣΕΚ), τον ηλεκτρολόγο μηχανικό Γιώργο Αγγελόπουλο, βρεθήκαμε στο υπόγειο του σχολείου αναζητώντας κάποια συσκευή. Εκεί αντίκρισα για πρώτη φορά τους «κρυμμένους θησαυρούς».
Απαξιωμένος τεχνολογικός εξοπλισμός από τα εργαστήρια του πρώην ΕΠΛ είχε μεταφερθεί εκεί, σχηματίζοντας μια άναρχη αποθήκη — ένα ιδιότυπο νεκροταφείο συσκευών. Υπολογιστές, οθόνες, πληκτρολόγια, γραφομηχανές, εκτυπωτές, κασετόφωνα, μηχανήματα άγνωστης χρήσης, καλώδια, γραφεία, ακόμη και αναλώσιμα της εποχής, όπως μελανοταινίες, βρίσκονταν σκεπασμένα από τη σκόνη και τη λήθη του χρόνου. Τις επόμενες ημέρες, στην προσπάθεια οργάνωσης του εργαστηρίου Ηλεκτρονικών Μετρήσεων, ανακάλυψα ακόμη περισσότερους «θησαυρούς». Παροπλισμένα όργανα παραγωγής και μέτρησης σημάτων, όπως πολύμετρα, γεννήτριες και παλμογράφοι, «απολάμβαναν» μέσα στις βιτρίνες τη συνταξιοδότησή τους, αφού τη θέση τους στους πάγκους των μαθητών είχαν πλέον καταλάβει νεότερες τεχνολογικά συσκευές.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι ανακαλύψεις συνεχίζονταν. Έμπαινα και έβγαινα στα εργαστήρια παρατηρώντας, σημειώνοντας και καταγράφοντας.
Πόσο όμορφο θα ήταν όλος αυτός ο εξοπλισμός να συγκεντρωθεί και να αποτελέσει τη βάση ενός μουσείου τεχνολογίας! Ενός μουσείου που, με αφετηρία τον παροπλισμένο εξοπλισμό του πρώην ΕΠΛ, θα αφηγούνταν την εξέλιξη της τεχνολογίας με έναν πρωτότυπο και βιωματικό τρόπο, αναπτυσσόμενο στους διαδρόμους του σχολείου.
Οι ιδέες, όμως, χρειάζονται πόρους για να υλοποιηθούν· χρειάζονται χρήματα, αλλά κυρίως ανθρώπους. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε τίποτε από τα δύο. Παρ’ όλα αυτά, η συγκέντρωση του υλικού μπορούσε να ξεκινήσει — και έτσι έγινε.
Για 25 χρόνια, στο βάθος του εργαστηρίου Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων συσσωρεύονταν συσκευές, όχι μόνο από την παρακαταθήκη του πρώην ΕΠΛ, αλλά και από δωρεές ή ακόμη και από ανάσυρση υλικών από κάδους ανακύκλωσης.
Σταδιακά, η κατάσταση στο εργαστήριο άρχισε να γίνεται μη βιώσιμη. Η «εγκυμοσύνη» είχε φτάσει στα όριά της· το «μωρό» έπρεπε πλέον να γεννηθεί. Το οικονομικό ζήτημα παρέμενε δύσκολο, όμως η ανάληψη της διεύθυνσης του Εργαστηριακού Κέντρου από τον μηχανολόγο μηχανικό Γιάννη Τσοκανάκη, το 2013, υπήρξε καταλυτική. Αγκαλιάζοντας την ιδέα από την πρώτη στιγμή, έγινε ένθερμος υποστηρικτής της. Μαζί του συμπορεύτηκαν και αρκετοί συνάδελφοι, με τους οποίους όλα αυτά τα χρόνια μοιραζόμαστε κοινές ανησυχίες και στόχους.
Και έτσι ξεκίνησαν όλα.
Πολλές από τις παραπάνω εργασίες παραμένουν ακόμη σε εξέλιξη, ενώ σχεδιάζονται και νέες παρεμβάσεις για το μέλλον, όπως ο εμπλουτισμός του χώρου με φωτογραφικό υλικό και η εγκατάσταση συσκευών αναπαραγωγής ψηφιακών αρχείων, ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να παρακολουθούν και να ακούν σύντομες συνεντεύξεις εκπαιδευτικών και αποφοίτων των πρώτων χρόνων λειτουργίας του ΕΠΛ.
Καλώς ορίσατε λοιπόν στο Μουσείο Εκπαίδευσης & Τεχνολογίας του 1ου Εργαστηριακού Κέντρου Βόλου.
Κωνσταντίνος Αμυγδαλίτσης
MEd-MSc Ηλεκτρονικός