Δίσκοι βινυλίου, ένας μεγάλος δίσκος LP 33⅓ στροφών και τρεις μικρότεροι δίσκοι 45 (singles) στροφών.
Οι δίσκοι 33⅓ στροφών ανά λεπτό (R.P.M.) λόγω των στενότερων αυλάκων χάραξης, επέτρεπαν μεγαλύτερη διάρκεια εγγραφής (περίπου 20-25 λεπτά ανά πλευρά). Οι μικροί δίσκοι (7 ιντσών), τα λεγόμενα «45άρια» (45 R.P.M.) περιείχαν συνήθως ένα single (ένα κύριο τραγούδι στην Α’ πλευρά και ένα στη Β’ πλευρά), αποτελώντας το πιο προσιτό και δημοφιλές μέσο για τη διακίνηση των επιτυχιών από τις δισκογραφικές εταιρείες.
Η ιστορία των δίσκων βινυλίου αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας. Από τα μέσα του 20ού αιώνα, η μάχη για την επικράτηση των φορμάτ διαμόρφωσε τον τρόπο που ακούμε και καταναλώνουμε τη μουσική, με τους δίσκους 33 1/3 και 45 στροφών να κυριαρχούν στην αγορά.
Η επανάσταση ξεκίνησε το 1948, όταν η εταιρεία Columbia Records παρουσίασε τον δίσκο Long Play (LP) των 12 ιντσών, ο οποίος περιστρεφόταν με 33 1/3 στροφές ανά λεπτό (RPM). Μέχρι τότε, οι εύθραυστοι δίσκοι των 78 στροφών από σελάκ μπορούσαν να χωρέσουν μόνο περίπου τέσσερα λεπτά μουσικής ανά πλευρά. Το νέο υλικό, το βινύλιο, επέτρεψε τη δημιουργία πολύ πιο λεπτών αυλακώσεων (microgrooves). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο δίσκος 33 1/3 στροφών να προσφέρει έως και 23 λεπτά μουσικής ανά πλευρά, ανοίγοντας τον δρόμο για τη γέννηση των ολοκληρωμένων μουσικών άλμπουμ και αλλάζοντας ριζικά τη δημιουργική διαδικασία των καλλιτεχνών.
Η απάντηση στον ανταγωνισμό ήρθε το 1949 από την RCA Victor, η οποία παρουσίασε τον δίσκο 7 ιντσών με ταχύτητα 45 στροφών ανά λεπτό. Αυτό το μικρότερο φορμάτ διέθετε μια χαρακτηριστική μεγάλη τρύπα στο κέντρο και σχεδιάστηκε ειδικά για να λειτουργεί με έναν νέο, γρήγορο αυτόματο μηχανισμό αλλαγής δίσκων. Ο δίσκος των 45 στροφών, γνωστός και ως «single», μπορούσε να χωρέσει ένα τραγούδι ανά πλευρά, προσφέροντας εξαιρετική ποιότητα ήχου για τη διάρκεια του.
Αυτή η τεχνολογική διαμάχη, που έμεινε γνωστή ως ο «Πόλεμος των Ταχυτήτων» (War of the Speeds), έληξε τελικά με μια συμβιβαστική εκεχειρία που ωφέλησε τους καταναλωτές. Αντί να εκτοπίσει το ένα φορμάτ το άλλο, οι δύο δίσκοι βρήκαν τους δικούς τους ξεχωριστούς ρόλους στην αγορά. Οι 33 1/3 στροφές έγιναν το ιδανικό μέσο για κλασική μουσική, τζαζ και ολοκληρωμένα ροκ άλμπουμ, όπου η ροή και η διάρκεια είχαν σημασία. Αντίθετα, οι 45 στροφές έγιναν το θεμέλιο της ποπ κουλτούρας, των ηλεκτροφώνων (juke box) και του ραδιοφώνου, επιτρέποντας στους εφήβους των δεκαετιών του ’50 και του ’60 να αγοράζουν φθηνά τις επιτυχίες της εποχής.
Η ταχύτητα περιστροφής όμως έχει σημαντική επίπτωση και στην ποιότητα της αναπαραγώμενης μουσικής. Ο δίσκος των 45 στροφών προσφέρει ανώτερη ποιότητα ήχου και μεγαλύτερη πιστότητα σε σχέση με τις 33 1/3 στροφές. Όταν ένας δίσκος περιστρέφεται πιο γρήγορα, περισσότερο βινύλιο περνά κάτω από τη βελόνα του πικάπ ανά δευτερόλεπτο. Αυτό σημαίνει ότι οι κυματισμοί των ηχητικών συχνοτήτων απλώνονται σε μεγαλύτερο μήκος μέσα στο αυλάκι και η βελόνα του πικάπ μπορεί να «διαβάσει» τις λεπτομέρειες με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Αναλυτικότερα:
-
- Καλύτερη απόκριση συχνοτήτων (Frequency Response): Λόγω της υψηλότερης ταχύτητας, τα 45άρια μπορούν να αναπαράγουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τους γρήγορους και κοφτούς ήχους, καθώς και τις πολύ υψηλές συχνότητες, προσφέροντας πιο «ανοιχτό» και ζωντανό ήχο.
- Λιγότερη παραμόρφωση (Distortion): Επειδή οι πληροφορίες είναι πιο απλωμένες, η βελόνα δεν ζορίζεται να ακολουθήσει τις απότομες αλλαγές των αυλακώσεων.
- Υψηλότερο δυναμικό εύρος (Dynamic Range): Η διαφορά ανάμεσα στα πιο σιγανά και τα πιο δυνατά σημεία ενός κομματιού είναι πιο έντονη και καθαρή, χωρίς θόρυβο (hiss).
Το πρόβλημα της εσωτερικής αυλάκωσης (Inner Groove Distortion)
Καθώς η βελόνα πλησιάζει προς το κέντρο του δίσκου, η περιφέρεια του κύκλου μικραίνει, που σημαίνει ότι η γραμμική ταχύτητα μειώνεται δραματικά.
- Στις 33 1/3 στροφές, στα τελευταία κομμάτια του άλμπουμ, η πληροφορία στριμώχνεται τόσο πολύ που ο ήχος χάνει τα πρίμα του και παραμορφώνει (Inner Groove Distortion).
- Στις 45 στροφές, επειδή η αρχική ταχύτητα είναι ήδη υψηλή, η μείωση προς το κέντρο δεν επηρεάζει τόσο αρνητικά τον ήχο, διατηρώντας την ποιότητα σταθερή μέχρι το τέλος.
Ωστόσο η ανώτερη ποιότητα των 45 στροφών απαιτεί έναν μεγάλο συμβιβασμό: τον χρόνο. Η υψηλή ταχύτητα καταναλώνει γρήγορα τον διαθέσιμο χώρο του δίσκου, μειώνοντας τη διάρκεια αναπαραγωγής στα 4-5 λεπτά ανά πλευρά για ένα standard 7ιντσο.
Για τον λόγο αυτό, σήμερα πολλοί audiophile δίσκοι (12 ιντσών) κυκλοφορούν σε έκδοση 45 στροφών. Χωρίζουν ένα single άλμπουμ σε δύο δίσκους (διπλό LP) ώστε να εκμεταλλευτούν την κορυφαία ποιότητα των 45 στροφών χωρίς να χάσουν σε διάρκεια.
Αν και η εμφάνιση των κασετών, των CD και αργότερα της ψηφιακής μουσικής παραμέρισε το βινύλιο για μερικές δεκαετίες, τα δύο αυτά φορμάτ δεν πέθαναν ποτέ. Στις μέρες μας, η εντυπωσιακή αναβίωση του βινυλίου αποδεικνύει την αντοχή τους στον χρόνο. Οι σύγχρονοι ακροατές αναζητούν ξανά τη ζεστασιά του αναλογικού ήχου και την τελετουργία της ακρόασης, επιβεβαιώνοντας ότι τόσο οι 33 1/3 όσο και οι 45 στροφές παραμένουν ζωντανά σύμβολα της μουσικής αυθεντικότητας.