Λόγω του ότι το brand “Siera” είναι λιγότερο αναγνωρίσιμο από τη Philips στους συλλέκτες, η τιμή του συνήθως κυμαίνεται ελαφρώς χαμηλότερα, μεταξύ €40 και €120, ανάλογα με τη λειτουργική του κατάσταση και τη φθορά των πλαστικών του. Όμως αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα της στρατηγικής “multi-branding” που ακολουθούσαν οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας τη δεκαετία του ’60 για να διεισδύσουν σε διαφορετικές αγορές της Ευρώπης.
Πρόκειται για ένα reel‑to‑reel μαγνητόφωνο (μπομπινόφωνο), της εταιρείας Siera. Η Siera ήταν μια βελγική εταιρεία που ανήκε στον όμιλο της Philips, γι’ αυτό και τα μοντέλα τους είναι σχεδόν πανομοιότυπα εξωτερικά και εσωτερικά (συχνά αναφέρονται ως “rebranded” Philips). Στην προκειμένη περίπτωση το συγκεκριμένο μοντέλο αντιστοιχεί στο Philips EL3552.
Το μπομπινόφωνο αυτό χρησιμοποιούσε μαγνητική ταινία πλάτους 1/4 της ίντσας, η οποία μεταφερόταν από την αριστερή πλευρά στη δεξιά κατά την αναπαραγωγή ή την εγγραφή. Η χρήση του απαιτούσε μια σχετική δεξιοτεχνία, καθώς ο χρήστης έπρεπε να “κεντράρει” την ταινία χειροκίνητα ανάμεσα στις κεφαλές και το ελαστικό ρολό πίεσης (pinch roller). Τα πλήκτρα του, με τη χαρακτηριστική “πιανιστική” αίσθηση της εποχής, επέτρεπαν την εγγραφή μέσω μικροφώνου ή απευθείας από το ραδιόφωνο, μια διαδικασία που τότε θεωρούνταν η αιχμή της οικιακής ψυχαγωγίας. Ήταν η συσκευή που επέτρεπε στις οικογένειες να απαθανατίσουν φωνές και στιγμές, αλλά και στους λάτρεις της μουσικής να δημιουργήσουν τα δικά τους “mixtapes” πολύ πριν εμφανιστούν οι ψηφιακές ευκολίες. Η ταχύτητα εγγραφής ήταν συνήθως σταθερή (9.5 cm/sec για αυτό το μοντέλο). Παρόλο που ο μηχανισμός του είναι στιβαρός, με την πάροδο των δεκαετιών οι ελαστικοί ιμάντες (λάστιχα) στο εσωτερικό του τείνουν να λιώνουν, απαιτώντας συντήρηση για να παραμείνει η συσκευή λειτουργική. Η Siera, μέσω αυτού του μοντέλου, κατάφερε να φέρει την τεχνολογία εγγραφής σε κάθε σπίτι, προσφέροντας μια πιο προσιτή εναλλακτική λύση σε σχέση με τα ακριβότερα επαγγελματικά μηχανήματα.